Αν στα πρώτα λεπτά το Layer Cake σας θυμίσει κάτι από Γκάι Ρίτσι, μη βιαστείτε να λιθοβολήσετε τον δημιουργό του. Και αυτό διότι ένας άνθρωπος που έχει υπάρξει παραγωγός των δύο βασικότερων πυλώνων της φιλμογραφίας του Ρίτσι, δηλαδή της Αρπαχτής και των Δύο Καπνισμένων Κάνων, δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από το μεγαλείο τους. Παρόλα αυτά το Layer Cake φέρει τη δική του πιο σύγχρονη υπογραφή, κάτι που αργότερα είδαμε και στο The Gentlemen του Γκάι Ρίτσι αλλά κυρίως μπορεί να παινεύεται πως ήταν η ταινία που γέννησε τον επόμενο Τζέιμς Μποντ
 

 
 Πριν όμως η Μπάρμπαρα Μπροκολι μαγευτεί από την ερμηνεία του Ντάνιελ Κρεγκ, εκείνος μας συστήθηκε ως αφηγητής της ίδιας του διπλής ζωής. Ιδιοκτήτης ενός μεσιτικού γραφείου στο Λονδίνο, φαινομενικά, μα στην πραγματικότητα ένας πολύ προσεκτικός έμπορος κοκαίνης. Μας αφηγείται με κάποια νοσταλγία που παραπέμπει στις οριακά αυτοβιογραφικές ιστορίες του Σκορτσέζε πόσο αγγελικά πλασμένο ήταν το έγκλημα στις προηγούμενες δεκαετίες, τα μυστικά της δικής του επιτυχημένης πορείας και επιβίωσης ανάμεσα στα κυκλώματα του λονδρέζικου υποκόσμου αλλά κυρίως εκφράζει τον πλέον εγγενή του πόθο: να θέσει σε εφαρμογή ένα δόλιο πλάνο ώστε να μπορέσει να συνταξιοδοτηθεί και να απολαύσει τους παράνομους καρπούς των κόπων του. Μέχρι που μπαίνει στο μάτι των λάθος ανθρώπων και το τακτικά σχεδιασμένο πλάνο του μετατρέπεται σε παταγώδη αποτυχία. 
 

 Από το Layer Cake δε μπορείς να περιμένεις πολλά, μα ταυτόχρονα δε του λείπει σχεδόν τίποτα. Στην μακρά, γνωστή λίστα των συμβάσεων μιας ταινίας με γκάνγκστερ τα περισσότερα στοιχεία είναι εκεί. Η δράση είναι εκεί, οι πηγαία κουλ βρετανοί πρωταγωνιστές είναι εκεί, οι φρενήρεις ρυθμοί εξέλιξης της ιστορίας, τα γρήγορα κοψίματα και γενικά το στερεοτυπικό στυλ μιας κλασικής crime βρετανικής ταινίας. Διατηρεί ωστόσο μια δική της ταυτότητα και θέση στην καρδιά μας γιατί βασίζεται στην θεμελιώδη αρετή της να παραμένει διασκεδαστική. Παρόλο που σε ορισμένα σημεία ο Βον σηκώνει το πόδι από το γκάζι, οι μελιστάλαχτοι ναρκέμπορες, στυλιζαρισμένοι όσο δε πάει διατήρουν αμείωτη τη διασκέδαση. Προσωπικά το διατηρώ στο ίδιο επίπεδο με τους γκαιριτσικούς προγόνους του και αυτό διότι παρόλο που δανείζεται αρκετά στοιχεία από εκείνους επιλέγει να είναι μια ταινία που συγκεντρώνει την προσοχή της στην εξέλιξη των χαρακτήρων μέσα στην πλοκή παρά στην πλοκή την ίδια. Το ζουμί της έγκεται στο πως ο ανώνυμος χαρακτήρας του Ντάνιελ Κρεγκ θα καταφέρει να καθαρίσει το όνομα του ώστε να εφαρμόσει το αρχικό πλάνο της συνταξιοδότησης του ενώ παράλληλα προσπαθεί να επωφεληθεί μια τελευταία φορά από το επάγγελμα του σπρώχνοντας στην αγορά μια τεράστια ποσότητα χαπιών. Ο ίδιος αλλάζει εσωτερικά, εντοπίζει νέα στοιχεία για τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκε κάποτε και παράλληλα ανακαλύπτει πως δεν είναι ο αλάνθαστος μεθοδικός con-man που νόμιζε μέχρι πρότινος. Κάτι που είναι αρκετά δυσδιάκριτο λόγω της ταχύτατα εξελισσόμενης ιστορίας που διαδραματίζεται, προκαλώντας το θεατή να αποζητά γρήγορα το τι θα γίνει στην επόμενη σκηνή. Όλοι οι χαρακτήρες, σχεδόν, στο Layer Cake διανύουν τη δική τους πορεία ως το φινάλε και κανείς δε μένει ίδιος. 
 

 
Εκείνα που έμειναν αναλλοίωτα όπως έδειξε η μετέπειτα καριέρα του Κρεγκ είναι τα δυο βασικά χαρακτηριστικά του ρόλου του στο Layer Cake. Ο ΧΧΧΧ (γιατί 4 Χ άραγε και όχι 3;) παραμένει ταυτόχρονα ένας σκληρός, αμείλικτος γκάνγκστερ αλλά και εξαιρετικά ευστροφος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και ευγενής σαν τζέντλεμαν, τόσο που τα αντίπαλα δέη αλλά και οι ίδιοι του οι σύντροφοι πολλές φορές βρίσκουν απεχθές. Σας θυμίζει τίποτα; Ο Βον, χωρίς να το ξέρει, έφτιαξε μια ταινία οντισιόν για τον επόμενο 007 πλαισιώνοντας τον Κρεγκ με ένα εξαιρετικό καστ, πολύ συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και ρόλων που παραπέμπουν στις ιστορίες του πράκτορα της MI5. Γενικά λυγίζω μπροστά σε φιλμ που με κάνουν να αλλάζω πλευρά και να στηρίζω το απέραντο θράσος ενός ουσιαστικά κακού τύπου να προσπαθεί να βγει λιγότερο σκάρτος σε σχέση με τον υπόλοιπο υπόκοσμο και για αυτό το Layer Cake θα αποτελεί μια άξια καταχώρηση στα κορυφαία βρετανικά θρίλερ εγκλήματος που έχω δει. Μπορεί να μην έχει τη φρίκη του Snatch ή τις ανατροπές του Lock Stock, εντούτοις δεν έχει να ζήλεψει τίποτα από τα δύο. Είναι χαοτικό έχοντας ωστόσο μια πολύ γραμμική εξέλιξη στην υπόθεση του, έχει μια παρανοική υποιστορία που θυμίζει τηλεταινία όμως το αποτέλεσμα είναι δυσθεώρητα στυλάτο και διασκεδαστικό χωρίς να παραπέμπει να σου περάσει ένα μήνυμα με το στανιό. Ένα b-movie διαμάντι έτοιμο να σβήσει τη δίψα για δράση στους απανταχού οπαδούς του είδους.
 
Δείτε το τρέιλερ εδώ: