Oκτώβριος 1986, Νότια Κορέα. Στην πολυπληθή επαρχία Γκεόνγκι, μια απεχθής υπόθεση βιασμών και δολοφονιών έρχεται να ταράξει την ηρεμία των κατοίκων. Σε ένα εκτενές χρονικό διάστημα 5 ετών, συνολικά 10 γυναίκες θα βρουν βίαιο θάνατο στα χέρια ενός άνδρα που θα χαρακτηριστεί ως ο πρώτος καταγεγραμμένος κατά συρροή δολοφόνος της χώρας. Η δράση του δολοφόνου, που υποχρεώνει θύματα διαφόρων ηλικιών στο βάναυσο αυτό χαμό, κανιβαλλίζεται από τα τοπικά μέσα ενημέρωσης και αναγκάζει την αστυνομία σε μια γιγαντιαία επιχείρηση για τη σύλληψη του. Πάνω από 21 χιλιάδες ύποπτοι προσάγονται για ανακρίσεις και περισσότεροι από δύο εκατομμύρια αστυνομικοί λαμβάνουν μέρος στη φρικώδη αυτή υπόθεση. Για σχεδόν 33 χρονια, ο δράστης διαφευγει τη σύλληψη ως το φθινόπωρο του 2019 που ένας ήδη καταδικασμένος άνδρας για τη δολοφονία και το βιασμό της αδερφής του ομολογεί στις αρχές τις 10 δολοφονίες των γυναικών κάτι που ταυτοποιείται από την αστυνομία άμεσα και η υπόθεση μπαίνει στα βιβλία. 

 

 Πάνω σε αυτά τα αληθινά γεγονότα ο Μπονγκ Τζουν-χο εμπνέεται και δημιουργεί το θαυμάσιο Memories of a Murder το 2003 επιβεβαιώνοντας πως το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Barking Dogs Never Bite δεν ήταν απλά μια τυχαία επιτυχία. Η ταινία σαρώνει τα εγχώρια βραβεία φτάνοντας μέχρι και την κατάκτηση του βραβείου για το καλύτερο σενάριο στο Φεστιβάλ του Τορίνο και ο μύθος του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη έχει ήδη χτιστεί για ένα, soon to be, ευφυώς καμωμένο θρίλερ μυστηρίου το οποίο θα αποτελέσει σύντομα μια απο τις πιο πρωτότυπες δημιουργίες του είδους ανάμεσα σε φινιρισμένα γεννήματα του κορεατικού κινηματογράφου που εμπλούτισαν την παγκόσμια σκηνή και συνεχίζουν ακάθεκτα ως σήμερα.

 


 Τίποτα δε μας προιδεάζει για το πόσο κακότροπα θα απισχνανθεί μια πανέμορφη ανατολή όταν ο ντετέκτιβ Park Doo-man, υπεύθυνος εξιχνίασης ανθρωποκτονιών, έρχεται αντιμέτωπος με τις πρώτες δύο δολοφονημένες γυναίκες, θύματα βιασμού από τον serial killer. Η τοπική κοινωνία, αναπόφευκτα, έχει ήδη μολυνθεί και ο πρωταγωνιστής μας αντιλαμβάνεται το μέγεθος των αναταραχών που θα επιφέρει η δημοσιοποίηση αυτής της υπόθεσης τόσο συνολικά όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο ασκός του Αιόλου είχε ήδη ανοίξει και η φρίκη την οποία φύσηξε με λύσσα στο πανέμορφο αγροτικό τοπίο της κομητείας στοίχειωνε ήδη τους ανθρώπους. 

 


 Ο ντετέκτιβ Park Doo-man δεν είναι έτοιμος για αυτό που θα ζήσει. Ο ίδιος αποτελεί μια παρωδία ερευνήτη τέτοιων υποθέσεων καθώς βαυκαλίζεται πως έχει την ικανότητα να εντοπίζει τον ένοχο κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. Ο ίδιος έχει ασπαστεί το Σαμανισμό και μέσω μιας ατσούμπαλης εκτέλεσης των μυστικιστικών πρακτικών αυτού του, κατά τα άλλα, πολύπλοκου λατρευτικού κινήματος, οδηγείται σε ενοχοποιήσεις υπόπτων. Σε μια εξωφρενική προσπάθεια να διατηρήσει ωστόσο την ταμπέλα του έμπειρου, μέσα στα χρόνια, ντετέκτιβ δεν διστάζει να προχωρήσει σε ενοχοποιήσεις αθώων πολιτών που η ομολογία τους έχει επέλθει ως προϊόν άσκησης εκτεταμένης σωματικής και ψυχολογικής βίας. Το ίδιο συμβγαίνει και στην τρέχουσα υπόθεση όπου το αστυνομικό σώμα στο σύνολο του, αρνείται να αντιμετωπίσει με επαγγελματική σοβαρότητα τα γεγονότα και οι εκπρόσωποι του, ανίκανοι να ασκήσουν ένα άγνωστο καθήκον, λειτουργούν βάσει ενός σερί κωμικοτραγικών αποφάσεων που εκτείνονται από το να μην καταφέρουν να διατηρήσουν ανέπαφη μια σκηνή εγκλήματος μέχρι την θρασύδειλη στόχευση ενός ατόμου με νοητική υστέρηση που ζει στην περιοχή. 

 

 Στην αντίπερα όχθη ο ντετέκτιβ Seo Tae-yoon έπειτα από μια μεγάλη διαδρομή από τη Σεούλ, καταφτάνει στην περιοχή με σκοπό να αποτελέσει έναν αρωγό στην προσπάθεια εξιχνίασης της υπόθεσης. Ο ορθολογικότερος τρόπος σκέψης του κάνει εξ αρχής τη διαφορά στο μέχρι πρότινος καρναβάλι που είχε στηθεί, ρίχνοντας στο τραπέζι τις πρώτες υπόνοιες πως τα μοτίβα των δολοφονιών ταιριάζουν μεταξύ τους. Το σκοτεινό πέπλο της ύπαρξης ενός κατά συρροήν δολοφόνου ταράσσει τις ισορροπίες και ο ίδιος θα έρθει σε ρήξη με τους τοπικούς αξιωματικούς σχετικά με τις μεθόδους έρευνας που επιθυμεί να ακολουθήσουν. Αυτό είναι και το καταλυτικό σημείο της υπόθεσης. Με άλλα λόγια η ταινία περιστρέφεται γύρω από το συγκεκριμένο κοντράστ προσέγγισης της αλήθειας, το οποίο εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο σχετικά με το ανεπίλυτο μαρτύριο της αποτυχίας να επιβεβαιωθεί η αλήθεια μιας έμμονης ιδέας.

 

 

 Αυτή η ίδια εμμονή είναι που πλάθει ταυτόχρονα τη σχέση των δύο ανδρών. Ο κοινός σκοπός τους να καρπωθούν τα εύσημα της σύλληψης του απεχθέστερου εγκληματία στην ιστορία της χώρας, υποσυνείδητα ενώνει τους δύο ιδελογικούς αντιπάλους. Συσπειρωμένοι, διψασμένοι να βρουν την άκρη αυτού του αιματηρού νήματος, υπερπηδούν τα εμπόδια που θέτει η πραξικοπηματική κορεατική κυβέρνηση και επιδίδονται σε ένα κυνηγητό περιορισμού του ξέφραγου πεδίου δράσης του δολοφόνου. Ένα πεδίο που ο Μπονγκ Τζουν-χο έχει σκηνοθετήσει με τόση μαεστρία, συγχωνεύοντας στην ίδια δημιουργία στοιχεία διαφόρων φιλμικών υφών. Κατασκευάζει ένα κόσμο αποπνικτικό, σπαρακτικά σκοτεινό σαν τα σοκάκια της πόλης από τον οποίο κανείς δε βγαίνει αλώβητος είτε σωματικά είτε ψυχολογικά και δεν αναφερόμαστε μόνο στους χαρακτήρες. Τα ηνία της κάμερας μεταφέρονται στιγμιαία στο θεατή όταν μέσα από την εξαιρετική σκηνοθετική ματιά του Τζουν-χο γινόμαστε αυτός ο άγνωστος θύτης που καραδοκεί στις σκιές έτοιμος να επιλέξει το επόμενο θύμα του λίγο πριν φτάσουμε σε ένα καθηλωτικό φινάλε όπου ο σαμάνος ντετέκτιβ εφαρμόζει τις αφελείς τακτικές του, πιο σοβαρές από ποτέ ωστόσο, και κοιτάζει τον θεατή στα μάτια σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο. Σε μια αψεγάδιαστη σκηνοθετική σεκάνς ο σκηνοθέτης προσπαθεί να επικοινωνήσει με την πηγή έμπνευσης του, τον στυγερό δολοφονό και μας χαρίζει μια κορυφαία τελευταία σκηνή, ίσως μια εκ των πιο τολμηρά υπέροχων που θα βρει κάποιος σε κινηματογραφική δημιουργία.


 Το Memories of Murder είναι από εκείνα, τα διαλεχτά, φιλμ μυστηρίου που ενώ ξεκαθαρίζουν στο κοινό την έλλειψη νέμεσης, εκείνο στέκει αποσβολωμένο να παρακολουθεί με αμείωτη ένταση. Σε μια γενική κλίμακα ορίζει το αριστοτεχνικά καμωμένο σινεμά με όλα τα στοιχεία ευφυούς σκηνοθεσίας, επιδέξιας σεναριακής γραφής, αμείωτου ρυθμού και έντασης, εξαιρετικών ερμηνειών και εκθαμβωτικής φωτογραφίας που πρέπει να το χαρακτηρίζουν. Αυτό που λυγίζει το δέκτη ωστόσο είναι η ειλικρίνεια με την οποία προσεγγίζεται ένας διαβόητος δολοφόνος και ο απελπιστικός αγώνας αναζήτησης της αλήθειας που επιφέρει. Στεκόμαστε στον ανατριχιαστικό τόνο που έρχεται ως συνέπεια εκείνου του role play όταν ο θεατής ντύνεται με την αύρα του θύτη και παρόλα αυτά δεν καταλήγει ως μια σκυθρωπή εμπειρία. Δε περιμέναμε ποτέ πως μέσα από του ιδιοσυγκρασιακούς χαρακτήρες της ταινίας και την ιλαρότητα την οποία αποπνέουν θα βιώναμε ένα πρωτόγνωρο συναισθηματικό ρόλερ κόστερ σε πλήρη αφθονία. 

 

 Το Memories of Murder ήρθε 8 χρόνια μέτα το Se7en και 4 χρόνια πριν το Zodiac για να κοιτάξει στα μάτια δύο Κολοσσούς των procedural crime movies. Έμείς το αποχαιρετήσαμε στην πρώτη θέαση με μια πεινασμένη ανάγκη για γνώση πως κάθε ανοιχτό μέτωπο είχε κλείσει, μια παράξενη αίσθηση πως άνθρωποι και καταστάσεις βρίσκονται σε αναστολή. Αυτή η ιδιόμορφη επίγευση καθιστά στο μυαλό μας το Memories of Murder ως το μέγα έργο ενός ανθρώπου χωρίς φρένο στο χάρισμα να μας προσφέρει απλόχερα παρόμοιες άμωμες κινηματογραφικές συλλήψεις.