Το ντεμπούτο του Άρι Άστερ στη μεγάλη οθόνη αποτελεί για εμάς ταυτόχρονα και ένα από τα σπουδαιότερα horror flicks των τελευταίων δεκαετιών. Ανάμεσα στην πληθώρα φτηνού τρόμου που πωλείται με το κιλό και τα σεναριακά ναυάγια που κατακλύζουν τα σινεμά, ο πηγαίος τρόμος που υπογράφει ο Άστερ φαντάζει μια όαση στον μακρύ κατάλογο των ταινιών τρόμου. Yψηλή κινηματογραφική ποιότητα και συνεχή αισθήματα φόβου για κάτι αλλόκοτα επικίνδυνο και θρασύ είναι οι δύο βασικοί πυλώνες που τοποθετούν στις υψηλές θέσεις προτίμησης μας το Hereditary. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.


Η οικογένεια Γκράχαμ συστήνεται στα πρώτα κάδρα της ταινίας, μη έχοντας να δείξει κάτι το πρωτόγνωρο φαινομενικά. Ο Στιβ, η Ανι, ο Πιτερ και η Τσάρλι, παράξενοι ως χαρακτήρες ξεχωριστά μεν, ένα γνώριμο σύνολο δε, ξεκινούν για την κηδεία της μητριαρχικής κεφαλής του σπιτιού και μητέρας της Άνι, Έλεν. Η τετραμελής οικογένεια μοιάζει περισσότερο ανακουφισμένη από τον θάνατο της γηραιάς γυναίκας, παρά στενοχωρημένη σε πλήρη αντίθεση με το πως αντιδρά συνήθως ένας άνθρωπος μπροστά στο χαμό ενός οικείου προσώπου όπως η γιαγιά. Αυτό εντούτοις δεν αποτελεί μονοπάτι προς την ευημερία της οικογένειας καθώς ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας διαχειρίζεται την απώλεια της οδηγεί σε εσωτερικές εντάσεις τα μέλη της. Οι Γκράχαμ είναι μια απεικόνιση της σύγχρονης αμερικάνικης οικογένειας με τον τέλειο, αψεγάδιαστο εξωτερικό φλοιό και τον σκουληκιασμένο και σάπιο πυρήνα της. Η γιαγιά αποτελούσε το πρώτο σαράκι που έτρωγε εκ των έσω την οικογένεια λίγο λίγο για να την οδηγήσει στο έσχατο σημείο. Όταν ένα φρούτο έχει σαπίσει σε ένα σημείο και δείχνει σταθερά σημάδια σηπτικής επέκτασης και στο υπόλοιπο κορμό του, τείνουμε να το απορρίπτουμε συνολικά και οι Γκράχαμ είναι έτοιμοι να γίνουν αυτή η θυσία. Όταν η Άνι (Τόνι Κολέτ) χάνει και την κόρη της, λίγες ημέρες μόνο, μετά τον θάνατο της μητέρας της, χάνει κάθε αίσθηση αυτοέλεγχου και παραδίδεται σε μια μεταφυσική παράνοια προσπαθώντας να επικοινωνήσει με την χαμένη κόρη της, κάτι που θα αποφέρει καταστροφικές συνέπειες στην υπόλοιπη οικογένεια και σε μας μια εξαιρετική κλιμακούμενη τελευταία σκηνή. Το σκοτεινό, μουντό περιβάλλον μοιάζει να εφάπτεται με τη διάθεση των πρωταγωνιστών καθώς όλοι τους είναι σαν γκρίζα σύννεφα πριν από σφοδρή καταιγίδα, έτοιμοι να ξεσπάσουν. Μέσω του τρόμου που προκαλεί ο αποκρυφισμός, η αιρετικότητα και οι μυστικιστικές πρακτικές παρουσιάζεται μια τεκμηριωμένη εικόνα του θεσμού της οικογένειας. Αυτό αποτελεί και τον τελικό στόχο του σκηνοθέτη πίσω από την ιστορία που δεν είναι άλλος από το να καταγράψει στην οθόνη αυτό τον ρηγματωμένο θεσμό.


Ο τρόμος είναι διάχυτος σε αυτό το φιλμ. Ο Άστερ θέτει τη θεματική της απόκρυψης σε κοινή θέα καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. O τρόπος με τον οποίο οι αιρετικοί σύντροφοι της νεκρής μητριάρχισσας προσέγγιζαν την οικογένεια είναι αβίαστα τρομακτικός και εκπληκτικά γυρισμένος. Δεν είναι μόνο η Τζόαν που παίζει το ρόλο του μυσταγωγού αλλά έχουμε συνέχεια εμφανίσεις από cultists στο σπίτι της οικογένειας. Από το πλάνο με την ανάσα ενός κρυμμένου προσώπου που παρακολουθεί τον Πίτερ σε ευθεία γραμμή με το δωμάτιο του και τα μυστικά που κρύβονται στη σοφίτα, μέχρι το εξαιρετικής ομορφιάς πλάνο που οι αιρετικοί πραγματοποιούν την εμφάνιση τους το σπίτι και εμείς το παρακολουθούμε τόσο γρήγορα σαν ήταν θαρρείς ένα βλεφάρισμα του ματιού όταν στο ευρύ κάδρο που περιέχει την έπαυλη των Γκράχαμ η εναλλαγή μέρας και νύχτας ελλοχεύει κάποιους ακάλεστους επισκέπτες. Χρειάστηκε να δούμε δύο και τρεις φορές την συγκεκριμένη σκηνή για να εντοπίσουμε το εν λόγω οπτικό ξελόγιασμα όμως είναι εκεί για να μας εντάξει πιο βαθιά στο απόκοσμο περιβάλλον της ταινίας.

 


 

Ο σκηνοθέτης επιλέγει, όπως και στο Μιντσομαρ, τον αποκρυφισμό και τις αιρέσεις για να μιλήσει για ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Από την πηγή της δημιουργίας εισάγει στοιχεία που θα μας οδηγήσουν στην τελική κλιμάκωση. Τα σύμβολα του δαιμονικού βασιλιά Πάιμον, ενός εκ των πιο υπάκουων υπηρετών του Διαβόλου, κυριολεκτικά εμφανίζονται παντού και ο ίδιος επιλέγει με ταχεία αλλά ουσιώδη μέθοδο να παραγματοποιήσει μια ανάλυση της παρασκηνιακής ιστορίας για όσους (τους περισσότερους) δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι αυτός ο δαίμονας. Δεν μιλά κάποιος για αυτόν αλλά μέχρι να διαβάσουμε την ιστορία του στο βιβλίο της Έλεν έχουμε δει το σύμβολο του να υπάρχει και να ενορχηστρώνει σχεδόν τα πάντα στην ταινία. Από το μενταγιόν της Άνι και της μητέρας της στην κηδεία, το σκάλισμα στην κολώνα που αποκεφαλίζει την Τσάρλι μέχρι το βαμμένο με αίμα σύμβολο στον τοίχο της σοφίτας, η ταινία με σταθερό ρυθμό και σε γραμμική πορεία οδηγεί τους χαρακτήρες στο αναπόφευκτο. Η ένταση κορυφώνεται στην συναρπαστική σκηνή έντασης μεταξύ της Άνι και του Πίτερ, όπου μια εκκωφαντική σιωπή, στον απόηχο του θανάτου της Τσάρλι, σπάει σε χίλια κομμάτια και η μητέρα εγκαθιδρύει τη θέση της απέναντι στην ύβρη του αφελούς νεαρού γιου της που του έχει χαριστεί μια αλλόκοτη άφεση για το φόνο της αδερφής του λόγω μιας παλιάς τραυματικής εμπειρίας με τη μητέρα του. Το ένα και μοναδικό jump scare που υπάρχει, ακόμα και αυτό, αποτελεί μια θαυμάσια σκηνή έναρξης ενός αγχώδους κυνηγητού, του κατεχόμενου από το πνεύμα του Paimon σώμα, της Άνι προς, τον τελικό αποδέκτη, τον Πίτερ.


Στο Hereditary η Τόνι Κολέτ παραδίδει μια ερμηνεία εκ βάθεων καρδιάς. Ανυψώνει το βάρος ενός δραματικού ρόλου και φέρει εις πέρας κάθε πτυχή του. Πένθος, μίσος, θυμός, αποδοχή, απόλυτη παράνοια. Σε κάθε επίπεδο του χαρακτήρα της, χαρίζει μια πειστική ματιά της εκάστοτε συνθήκης. Είσαι μαζί της όταν θρηνεί τη μητέρα και την κόρη της σαν να έχασες δικό σου άνθρωπο, είσαι στο πλάι της όταν αναζητά παρηγοριά για τα κακώς κείμενα της ζωής της και στέκεσαι απέναντι της, με ένα συμπονετικό ωστόσο τόνο, όταν παραδέχεται τα θανάσιμα λάθη της. Κάθε ένας κεντρικός ηθοποιός ζωντανεύει ειλικρινά το ρόλο του με τον τρόπο που τον υποδύεται. Ακούς, σαν χτύπο ρολογιού, το “κλικ” της γλώσσας της Τσάρλι και σου χαράσσεται στο μυαλό. Ο ήχος πλέον επαναπροσδιορίζεται και λειτουργεί ακριβώς έτσι για να ορίσει την παρουσία της στην υπόλοιπη ταινία, αφότου αποχωρήσει από το κεντρικό κάδρο. Βυθίζεσαι στα κενά εφηβικά μάτια του Πίτερ και ξεσπάς από απόγνωση μαζί με τον Στιβ. Σαν προσωπικότητες δεν έχουν να επιδείξουν κάτι το ίδιαίτερο αλλά σίγουρα μόνο κλισέ δεν είναι. Μιλήσαμε νωρίτερα για το αρχέτυπο του μαχητή στο πρόσωπο του χαρακτήρα της Κολετ, μιας γυναίκας που πασχίζει να σώσει την ημέρα, να σώσει την οικογένεια της από τα χειρότερα. Ο χαρακτήρας της παραλληλίζεται με τη συζήτηση για τον Ηρακλή της τραγωδίας του Σοφοκλή, Τραχίνιαι, στο σχολείο του Πίτερ. Η εγωιστική συμπεριφορά της Ανι που θεωρεί πως το πλάνο της να φέρει την Τσάρλι πίσω είναι η λύση, έρχεται σε σύγκριση με την Διηάνειρα, γυναίκα του Ηρακλή, η οποία εν μέσω θολωμένης κρίσεως σκοτώνει τον Ηρακλή με το καμουφλαρισμένο, σε ερωτικό φίλτρο, δηλητήριο. Όπως το αναπόφευκτο έρχεται για την Άνι η οποία σαν άλλη Διηάνειρα παραδίδεται στη μοίρα έτσι έρχεται και για τον Ηρακλή που σε πολύ χαλαρή απόδοση θυμίζει τον Πίτερ. Ο μεγάλος γιος της οικογένειας θυμίζει περισσότερο, ωστόσο, το παιδί με τη χαμένη αθωότητα, που όταν η πραγματικότητα χτυπά την πόρτα του η εφηβεία φεύγει από το παράθυρο και βρίσκεται αφελής και κυνηγημένος από έναν ανίερο σκοπό που δεν αντιλαμβάνεται χωρίς να εκπληρώσει τον αρχικό του σκοπό στη ζωή, δηλαδή το να ζήσει χαρούμενος. 

 


 

Ο Πάβελ Πογκορζέλσκι μας αφηγείται μέσω της κάμερας του, την ιστορία της οικογένειας, χρησιμοποιώντας ως βασικά στοιχεία αφήγησης αντικείμενα. Τα εκπληκτικά κοντινά πλάνα στις μινιατούρες της καλλιτέχνιδος μητέρας Άνι μας προβάλλουν το παρασκήνιο της οικογένειας, το πως αυτό τους συνόδεψε ως τη σήμερον ημέρα αλλά και την δύσκολη διαβίωση με την Έλεν να εξουσιάζει την καθημερινότητα στο σπίτι και το πως πάσχιζε από την πρώτη στιγμή να θυσιάσει τα τέκνα της Άνι στον δαίμονα Paimon. Το εκπληκτικό, προοικονομικό, πλάνο με την κολόνα που λίγες στιγμές αργότερα θα αποκεφάλιζε την Τσάρλι αποτελεί ένα εξαιρετικό σημείο αναφοράς στην φωτογραφία της ταινίας και το πως συντονίζει την όλη υπόθεση μαρτυρόντας πως τίποτα από ότι παρακολουθούμε δε κινείται στη σφαίρα των συμπτώσεων. Τον θρησκευτικό παροξυσμό έρχεται να εντείνει το μουσικό θέμα δια χειρός Κόλιν Στέτσον. Ο Καναδός βιρτουόζος του σαξοφόνου και συνεργάτης μπαντών όπως οι Arcade Fire, δημιουργεία μια βαριά, σχεδόν μονότονη, σύνθεση πνευστών που πάει κόντρα στη βασική δομή μουσικών θεμάτων για ταινίες τρόμου, που κατά το σύνηθες από την προσωπική μας εμπειρία, βασίζονται περισσότερο σε έγχορους λεπτούς ήχους, σαν στριγγλιές. Εδώ η απόλυτα ταιριαστή μουσική του Στέτσον γεννά στον θεατή την αίσθηση πως τα πλοκάμια του κακού έχουν απλωθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της ταινίας, δημιουργώντας έναν θανάσιμο κλοιό. Παρόλο που η μελωδία δίνει μια αρχική εντύπωση αισιοδοξίας και θετικής διάθεσης, ο πυρήνας της περικλείει μια αρχέγονη απειλή. Είναι εξαιρετική η δουλειά που έχει πραγματοποιηθεί ώστε ο θεατής να μην αποσπάται αλλά να εναρμονίζει τον εαυτό του με την εξέλιξη της ιστορίας καθώς οι νότες σαν καλοκουρδισμένα γρανάζια ταυτίζονταν απόλυτα με την εκάστοτε σκηνή.


Από το Hereditary φεύγουμε ως μάρτυρες ενός πραγματικού φιλμικού μνημείου. Κάθε στοιχείο της ταινίας χαρακτηρίζεται από μια σπάνια καθαρότητα ως προς το σκοπό που εξυπηρετεί. Κάθε κομμάτι διαλόγου, κάθε καρέ του φακού, κάθε αντικείμενο, κάθε αντανάκλαση έχει το δικό του πολύ μικρό, μα ταυτόχρονα τεράστιο ρόλο να διαδραματίσει προς όφελος της μετάδοσης του μηνύματος του δημιουργού. Ο Άρι Άστερ κατάφερε σε μια χρονική περίοδο δύο ετών να δημιουργήσει δύο κορυφαίες συνθέσεις τρόμου, μαζί με το Μιντσομαρ, και αυτό θα έπρεπε αυτούσιο να αποτελεί λόγο κάθε στούντιο παραγωγής ταινιών να του χρηματοδοτήσει κυριολεκτικά οτιδήποτε γεννά ο λαμπρός νους του. Το Hereditary, αποτελεί όλα εκείνα για τα οποία θα έπρεπε να πασχίζει κάθε ταινία τρόμου να είναι, ο ολόχρυσος κινηματογραφικός πήχης που θα ορίζει την ποιότητα των επίδοξων διαδόχων του. Τρομακτικό, συγκινητικό και ξέχειλο από διακαή πάθη, είναι ένα φιλμ που κέρδισε, κάτι παραπάνω από επάξια μια θέση στην καρδιά μας.