Το Burning δεν είναι μια ταινία για τους ανυπόμονους σινεφίλ αλλά αποτελεί μια δημιουργία που σιγοβράζει στην ψυχή του θεατή και κρίνεται αντάξια της αναμονής ως το αναπότρεπτο κλιμακωτό φινάλε της. Όταν o εθνικός φορέας ραδιοφωνίας της Ιαπωνίας, έδωσε την ευκαιρία στον Λι Τσανγκ-ντονγκ να επιλέξει και να διασκευάσει με τη μορφή ταινίας μια εκ των μικρού μήκους ιστοριών του Χαρούκι Μουρακάμι, των οποίων διατηρεί τα δικαιώματα, εκείνος κατέληξε στο Barn Burning. Η ιστορία αυτή αποτελεί κομμάτι μιας 17μελούς συλλογής μικρών διηγημάτων του σπουδαίου Ιάπωνα συγγραφέα με τίτλο ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται. Ο ίδιος τίτλος συναντάται ταυτόχρονα και σε ιστορία γραμμένη από τον Ουίλιαμ Φόλκνερ πίσω στο 1939 με τον Νοτιοκορεάτη auteur να περιγράφει την ταινία του ως “την ιστορία ενός νεαρού Φόλκνερ που ζει στο σύμπαν του Μουρακάμι.”. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα φιλμ ωδή στην εμμονή, τις ελικώδεις διαδρομές του ανθρώπινου ψυχισμού όλα περασμένα μέσα από ένα λεπτομερές οπτικό πρίσμα και κατασκευασμένα από έναν σκηνοθέτη με άριστη ικανότητα να αιχμαλωτίζει και τη μικρότερη λεπτομέρεια στο φακό.

 

 Το Burning ξεπερνά τα όρια μιας ταινίας που βασίζεται στην αφήγηση των εσωτερικών γεγονότων ενός ερωτικού τριγώνου. Προχωρά σε μια οξεία δραματοποίηση των συγκρούσεων μεταξύ τριών ανθρώπων, όλες από το πρίσμα του βασικού πρωταγωνιστή Τζονγκσού, ενός άνεργου επίδοξου συγγραφέα που… δεν γράφει. Η συγγραφική απραξία του Τζονγκσού είναι και το φυτίλι που σιγοκαίει στην ιστορία αυτή. Ο ίδιος αμφιταλαντεύεται για την θεματική που θα επιλέξει για το πρώτο του έργο καθώς το νεαρό της ηλικίας του συνδυάζεται με την απειρία του για τη ζωή γενικότερα. Μέσα από τον Τζονγκσού ο Τσανγκ-ντονγκ μιλά για το αινιγματικότητα του κόσμου που τον περιβάλλει και που μια μυστηριώδη πτυχή της θα κληθεί να αντιμετωπίσει σύντομα όταν γνωρίσει μια παλιά του συμμαθήτρια, την Χάε-μι και εκείνη του ζητήσει ως χάρη να προσέχει το κατοικίδιο της ώστε εκείνη να ταξιδέψει στην Αφρική σε ένα πνευματικό για εκείνη ταξίδι. Του μιλά για την φυλή των Βουσμάνων της ερήμου Καλαχάρι και το πως ορίζουν την πείνα των ανθρώπων.  


 

Για τους Βουσμάνους υπάρχει ο μικρός Λιμός και ο μεγάλος Λιμός. Ο μικρός Λιμός αφορά τα άτομα που βιώνουν τη φυσική διάσταση της πείνας, την καθαρή ανάγκη για λήψη τροφής. Ο μεγάλος Λιμός, εντούτοις, εμπίπτει για τους ανθρώπους με πείνα για την επιβίωση, για ανθρώπους που διατηρούν φιλοσοφικές υπαρξιακές απορίες. “Γιατί ζούμε”, “ποια είναι η σημασία της ζωής;”. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία της φυλής, οι άνθρωποι που σε βάθος αναζητούν τέτοιου είδους απαντήσεις, είναι εξαιρετικά πεινασμένοι και ονομάζονται “ο μεγάλος Λιμός”.

 

 Το αισθητικό αποτέλεσμα της κινηματογραφικής απόδοσης ειλικρινά ξεπερνά κάθε προσδοκία καθώς συνεχίζουμε να απαριθμούμε τις θεματικές που εισάγονται από τον Τσανγκ-ντονγκ. Η ανισόρροπη ψυχή της Χάε-μι, που μοιράζεται καταγωγικά στοιχεία με τον Τζονγκσού, διδάσκει στον τελευταίο άθελα της ορισμένα μαθήματα είτε μέσω της μυθοπλασίας που γεννά η τέχνη των μίμων, την οποία και διδάσκεται (μπορείς να φας ένα μανταρίνι αρκεί να νομίζεις πως είναι εκεί), είτε μέσω της ζωντανής νεκρής γάτας του Σρόεντιγκερ που υποχρεώνεται να προσέχει για λογαριασμό της. Για τον άγουρο Τζονγκσού η ύπαρξη της αποτελεί ότι πιο ουσιώδες έχει ζήσει μέχρι αυτό να απειληθεί από τον ερχομό, στην ζωή της Χάε-μι, του Μπεν, ενός τύπου που γνωρίζει στο ταξίδι της.

 


 

 Αυτή η αταίριαστη, σαν σύνολο, τριάδα αναπτύσσει μια οικειότητα η οποία γεννά εχθρότητα ανάμεσα στους δύο άνδρες. O δυνάστης και ο καταπιεσμένος, ο φτωχός και ο πλούσιος είναι μόνο δύο από τα μοτίβα που ξυπνούν τη φλόγα του θυμού που είναι έτοιμη να σπάσει την πρόσοψη των αντιπάλων. Μια βραδύκαυστη ένταση απλώνεται και λειτουργεί ως σπινθήρας σε μια έκρηξη απέχθειας που αποσοβείται από την βαλβίδα ψυχικής ελευθερίας και απαλλαγής από κάθε τι κοσμικό που ονομάζεται Χάε-μι και αποτελεί τόσο το μήλον της έριδος, όσο και το συνδετικό κρίκο, των δύο ανδρών. Το αποκορύφωμα αυτής της αποκλιμάκωσης είναι το γυμνό και ρυθμικό λίκνισμα της Χάε-μι στο ηλιοβασίλεμα που λούζει την αγροτική οικεία του Τζονγκσου υπό τους ήχους του ascenseur pour l'échafaud του Miles Davis. Η μνησικακία και η ζήλια δεν αργούν να επανεμφανιστούν, η Χάε-μι αποτελεί πια μοχλό της αντιπαλότητας του Τζονγκσού και του Μπεν και οι αμφιβολίες έρπονται προς το θεατή όσο ταυτόχρονα οι απαντήσεις για τα ερωτήματα που θέτει η εξέλιξη της πλοκής λιγοστεύουν όλο και περισσότερο και αντικαθιστώνται από εικόνες που δρουν ως τροφή για σκέψη στο κοινό(ένα πλάνο του Τζονγκσού να τρέχει για παράδειγμα, λαχανιασμένος και διψασμένος για απαντήσεις είναι μια χαρακτηριστική αναφερθείσα εικόνα).

 

 H γεμάτη υπαρξιακές αναθυμιάσεις δημιουργία λειτουργεί ως ένας σαδιστής εμπρηστής. Όλα βράζουν στο ίδιο καζάνι αμφισημίας. Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ αγγίζει αριστοτεχνικά το μινιμαλισμό της ανθρώπινης υπόστασης και εγκαθιδρύει μια σπουδή χαρακτήρων που βρίθει ανεπαίσθητης οργής, φλέγεται σε ένα στοιχειωτικό βάθος (όπως φαίνεται στην ιστορία του υπαρκτού/ανύπαρκτου πηγαδιού) και γραπώνεται από πληθώρα θεματικών όπως οφείλει να κάνει ένα φιλόδοξο κινηματογραφικό όραμα. Σε περίπου δυόμιση ώρες παρελαύνουν μεθοδικά και με τον πιο άρτιο τεχνικά τρόπο οι ιδέες του Λι γύρω από την ταξική ιεραρχία, την παράνοια του νου, τη σεξουαλική επιθυμία και ζυμώνονται μαζικά ώστε να σχηματίσουν τον κορμό μιας ανείπωτης πράξης βίας που μένει όχι απλά αναπάντητη αλλά ταυτόχρονα αμφισβητείται και η τέλεση της. Το καυστικά συμβολικό Burning μπορεί να μην απαντά ποτέ σε καμιά από τις ερωτήσεις που τίθενται κάτα τη διάρκεια του, μολαταύτα καταφέρνει να δικαιολογήσει τον τίτλο του και να απανθρακώσει ολόκληρο το ανθρώπινο πνεύμα. Τόσο τέλειο..